1939 Γεννήθηκε στην Αθήνα.

1956 – 1960 Σπουδάζει γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

1960 – 1962 Μεταπτυχιακές σπουδές στην Ecole Superieure des Beaux Arts στο Παρίσι, υπότροφος του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1989 – 2000 Διδάσκει γλυπτική στο πρόγραμμα Επιμόρφωσης Ενηλίκων στο Κολλέγιο Αθηνών.

2009 Πέθανε στις 15 Μαΐου στο εργαστήριο του.

ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

1970 Γκαλερί ΡΚ, Αθήνα «Μονομορφικά – Διμορφικά» [ video (ΕΟΑ)]
1971 Νέα Γκαλερί Αθήνα: «Ήλιος και Σελήνη»
1972 Μοντάνα Vermala, Ελβετία
1973 Γκαλερί Θόλος, Αθήνα: «Σχήματα – Σύμβολα – Αισθήσεις
1975 Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα : «Παραλλαγές»
1976 Αίθουσα Τέχνης, Θεσσαλονίκη : «Αναδρομική»
1977 Κολλέγιο Αθηνών : «Αναδρομική»
1991 Αρούρα Καπανδρίτι : «Γλυπτά της πενταετίας»
1992 Γκαλερί «Εποχές, Κηφισιά : «Κόρη της θάλασσας»
1993 Γκαλερί Αντήνωρ, Αθήνα : «Ποιητικός Ρεαλισμός»
1993 Ελληνογερμανική Αγωγή, Παλλήνη Αττικής
1994 Γενί Τζαμί, Θεσσαλονίκη : «Αναδρομική»
1994 Γκαλερί Μπαλτά, Θεσσαλονίκη : «Μικρογλυπτική»
1996 Γκαλερί Αργώ Αθήνα
1997 Γκαλερί Αργώ, Λευκωσία-Κύπρος : «Αναδρομική»
1998 Αrt Athina Γκαλερί Εποχές
1999 Συγκρότημα ΑΙΑΣ, Λευκωσία Κύπρος : «Αναδρομική»

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

1961 Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Παρίσι
1961 13eme Salon de Indepedendents, Παρίσι
1962 14eme Salon de la Jeune sculpture Μουσείο Rodin, Παρίσι
1968 20eme Salon de la Jeune Sculpture, Παρίσι
1969 10th Biennale Sao Paolo
1969 5η Διεθνής Έκθεση Γλυπτικής, Μιλάνο
1970 6η Διεθνής Έκθεση Γλυπτικής, Μιλάνο
1971 1η Biennale Μικρής Γλυπτικής, Βουδαπέστη
1975 5η Biennale Βαρκελώνη
1975 12η Διεθνής Εκθεση Γλυπτικής, Μιλάνο
1995 Triennale Jardin des Plantes, Παρίσι

ΒΡΑΒΕΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

1966 Α’ Βραβείο στο διαγωνισμό Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτου στον Πειραιά
1970 Α’ Βραβείο γλυπτικής Υπουργείο Προεδρίας Κυβερνήσεως – Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών
1972 Α’ Βραβείο στο διαγωνισμό Μνημείου Μελιγαλά
1974 Α’ Βραβείο γλυπτικής, Δήμος Θεσσαλονίκης
1974 Διάκριση της UNESCO, για το ανάγλυφο σε όψη κατοικίας με θέμα : «Τέχνη ως περιβάλλον»
1978 Β’ Βραβείο στο διαγωνισμό Μνημείου Ιερολοχίτου
1981 Α’ Βραβείο σε διαγωνισμό του ανδριάντος «Γ. Παπανδρέου»
1991 Β’ Βραβείο στο διαγωνισμό φιλοτέχνησης του Ρήγα Φεραίου – Βόλος
2004 Α’ Βραβείο στο διαγωνισμό Μνημείου στην πόλη της Σπάρτης
2004 Β’ Βραβείο στο διαγωνισμό Μνημείου στην Ανατολή Ιωαννίνων

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ

Στην πρώτη ατομική μου έκθεση, το 1970, είχα γράψει: «Είναι δύσκολο για ένα γλύπτη να μιλά για το έργο του, γιατί κιν­δυνεύει να κάνει περιττή φιλολογία». Αν το έργο δεν μπορεί να μιλήσει μόνο του, τα λόγια περιττεύουν. Εν τούτοις, θα προ­σπαθήσω να πω δυο λόγια για την εξελι­κτική πορεία των μορφών που χρησιμο­ποίησα στη γλυπτική μου. Δεν θα πρέπει να παραλείψω πως το ξεκίνημα οφείλεται στο Δάσκαλο του Δη­μοτικού σχολείου Πάνο Βαλσαμάκη, ο ο­ποίος, έχοντας προχωρημένες ιδέες και ευαισθησίες, προέτρεπε τα δωδεκάχρο­να παιδιά που είμαστε τότε, να εκφράζον­ται με όποιον εικαστικό τρόπο προτι­μούσαν. Εγώ ήμουν από εκείνα που διά­λεξαν τον πηλό. Από τότε μου έμεινε το «μικρόβιο» και, μόνος μου πια, τα επόμενα χρόνια, συνέχισα να δουλεύω πλάθοντας. Το 1956, ενώ ακόμα δεν είχα τελειώσει τις γυμνασιακές μου σπουδές, μπήκα στη Σχολή των Καλών Τεχνών Αθηνών στο εργαστήριο του Μιχάλη Τόμπρου, ενώ το βράδυ πήγαινα στο νυκτερινό Γυμνάσιο. Όταν το 1960 τελείωσα τη Σχολή Καλών Τεχνών, βρέθηκα υπότροφος στο Παρί­σι όπου και σπούδασα στην Ecole des Beaux – Arts. Παράλληλα μελετούσα στα μουσεία την τέχνη των παλαιοτέρων επο­χών και έβλεπα τη σύγχρονη τέχνη στις γκαλερί.
Η γλυπτική που άρχισα να κάνω στο Παρίσι την εποχή εκείνη, έχει ως αφετη­ρία αρχέτυπες μνήμες και μύθους, που εί­χαν απήχηση μέσα μου. Την πρώτη σειρά των μονομορφικών γλυπτών Τειρεσίας Ι και Πασιφάη, την διαδέχονται οι περισσότερο αφηρημένες διμορφικές συνθέσεις των Ερωτικών και των Παλμών. Γι’ αυτές τις διμορφικές συνθέσεις, ο Νίκος Ζίας έγραψε : «Στο ί­διο κομμάτι ξύλο, στην ίδια ρίζα θάλεγε κανείς, πλέκονται σ’ ένα σφιχτό ερωτι­κό αγκάλιασμα δυο πλαστικές φόρμες. Το περιγραφικό στοιχείο έχει σχεδόν χα­θεί. Μένει μόνο η γενικότατη ιδέα της ε­ρωτικής περίπτυξης, μεταφρασμένη σε έρωτα όγκων.
Οι κατακτημένες απ’ τα πριν φόρμες επιβιώνουν, αλλά εδώ κυ­ριαρχεί οριστικά η γλυπτική αξία με την αντίστιξη των όγκων και την σχεδόν δια­λεκτική κίνηση τους, που σε αναγκάζει να γυροφέρεις το έργο, να κινηθείς μαζί τους». Το 1963 γύρισα στην Ελλάδα και πή­γα στρατιώτης. Η μόνη αναλαμπή στη διάρκεια της θητείας μου ήταν οι αγιο­γραφίες στο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Α’ Σώμα Στρατού Κοζάνης, που τώρα δεν υπάρχουν πλέον, γιατί κάποιος στρα­τιωτικός παπάς αργότερα, στα χρόνια της δικτατορίας, τις κατέστρεψε.
Η δεκαετία του ΄60 τελειώνει με φόρμες βίαιες και ραδινές συγχρόνως : το μονομορφικά. Κύριο χαρακτηριστικό τους η κατακόρυφη δομή, όπου μια σειρά από σύμβολα, χτισμένα το ένα πάνω από τ’ άλλο – τοτεμικά θάλεγε κανείς – καταλή­γουν σ’ ένα μπούστο για να μας θυμίσουν μια Σίβυλλα, μια Πασιφάη, έναν Ορφέα. Με απασχόλησαν πολύ δυο πράγμα­τα:
η ματιέρα (τελείωμα της επιφάνειας) που ήθελα να έχει ποικιλία υφής, και η ισορροπία των όγκων στη σύνθεση τους. Υλικά που δούλεψα τότε είναι ο πη­λός, ο γύψος, το ξύλο, το αλουμίνιο, το μπετόν και το σίδερο. Δεν πρέπει να παραλείψω ότι την ε­ποχή εκείνη (τέλος της δεκαετίας του ’60 και αρχές της δεκαετίας του ’70), συνερ­γάστηκα πολύ με φίλους αρχιτέκτονες. Οι αρχιτέκτονες κτίζουν για τους ανθρώ­πους, και πιστεύω πως η τέχνη έχει θέση παντού όπου υπάρχει ανθρώπινη παρου­σία. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με αξιόλογους και ταλαντούχους αρχιτέκτο­νες και να φτιάξω ανάγλυφα σε μπετόν, τοίχους ολόκληρους μεγάλων επιφανειών (από 20 έως 160 τετραγωνικά μέτρα), σε ξενοδοχεία, σε κινηματογράφους, σε κα­τοικίες, σε τράπεζες, κτήρια γραφείων και νοσοκομεία. Επεξεργαζόμουν τον ξυλότυπο (καλούπι) απ’ ευθείας, και καθώς το μπετόν έπεφτε για την κατασκευή του κτηρίου, αυτομάτως γινόταν και ο τοίχος ένα ανάγλυφο. Η δεκαετία του ’70 είναι η εξέλιξη της προηγούμενης και χαρακτηρίζεται από τα θέματα του ήλιου και της σελή­νης σε διάφορες συνθέσεις. Δανειζόμενος πάντα από τις προη­γούμενες φόρμες, αλλά πλουτίζοντας πε­ρισσότερο τη ματιέρα μου με καινούργια στοιχεία, ανάπτυξα τα ανθρώπινα μέλη (φόρμες τρυφερές) σαν μνήμες από σπα­σμένα αγάλματα, και τα πλαισίωσα με σχήματα βίαια και αιχμηρά. Είναι η σύνθεση των αντιθέσεων, που δημιουργεί την εξέλιξη. Είναι το μαλακό δίπλα στο σκληρό, το φως δίπλα στο σκοτάδι, το αρσενικό με το θηλυκό. Έ­νας διάχυτος ερωτισμός εκπέμπεται από τη δουλειά αυτής της περιόδου. Παράλ­ληλα, η ισορροπία των όγκων της προη­γούμενης δουλειάς εξελίσσεται και αυτή. Η όλη σύνθεση πολλές φορές στηρίζεται σε βάση σφαιρική, έτσι που να δημιουρ­γεί την εντύπωση «ασταθούς ισορρο­πίας». Υλικά της περιόδου αυτής είναι το μπετόν, ο ορείχαλκος και οι πολυεστερικές ρητίνες. Τέλος, η δεκαετία του ’80 θάλεγα πως με οδήγησε σε πιο συγκεκριμένες α­κόμη μορφές. Διατηρώντας τις προηγούμενες κα­τακτήσεις, αφέθηκα ηδονικά να παρα­συρθώ εκεί που με οδηγούσαν. Προσπάθησα να είμαι σαφής, να χαί­ρομαι γι’ αυτό που κάνω. Και κάθε φορά ήταν μια καινούργια έκπληξη, σαν εκεί­να τα πρώτα παρθένα όνειρά μας. Εδώ το ανθρώπινο σώμα κυριαρχεί, μόνο που δίνει την εντύπωση ότι δεσμεύεται από την ύλη που πλάστηκε. Πρόθεση μου ήταν τα έργα μου να ο­δηγούν τη φαντασία σε ποιητικές εξάρ­σεις, γι’ αυτό έπλασα τους ανθρώπινους κορμούς με παραστατική ακρίβεια καν σαφήνεια, αλλά παράλληλα τους πλαι­σίωσα, ή τους κάλυψα, με το μυστήριο : σχήματα ελεύθερα, αδιευκρίνιστα, με κύ­βους, βράχους, πανιά και ποιητικά ορά­ματα. Δηλαδή μια ηθελημένη τελειότης στα τρυφερά μέλη, αφήνει δίπλα της, η­θελημένα, το ανεκπλήρωτο. Για τα έργα αυτής της περιόδου ο ζωγράφος Τ. Παρλαβάντζας μίλησε για «ποιητικό ρεαλι­σμό». Η παρεμβολή υφασμάτων στις συν­θέσεις αναδεικνύει το γυμνό κορμί, ενώ τα άμορφα ακατέργαστα τμήματα αιφνι­διάζουν. Δίπλα στην άσπρη φωτισμένη ε­πιφάνεια υπάρχει και η μαύρη, η σκιερή, και η γκρίζα, η ετερόφωτη. Και αυτό το παιχνίδι συνεχίζεται κάθε φορά που η πη­γή φωτός αλλάζει ή που ο θεατής μετα­κινείται. Ενδιαφέρθηκα πολύ για τον εσωτε­ρικό ρυθμό που εκπέμπει την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του έργου. Επεδίωξα αυτά που ηθελημένα λεί­πουν από το έργο, να συμπληρώνονται από το θεατή και το φιλότεχνο ανάλογα με την ευαισθησία του. Είναι ένας τρόπος να συνομιλήσουμε. Υλικά που χρησιμοποίησα ήταν το μέταλλο (ορείχαλκος), το μάρμαρο και οι πολυεστερικές ρητίνες. Τις πολυεστερικές ρητίνες τις χρησιμοποίησα για να τελειώσω την επιφάνεια του πρόπλασματος, πριν αυτό γίνει μέταλλο ή μάρμαρο. Το μέταλλο το στίλβωσα στις λείες του επιφάνειες, έτσι που να καθρεφτίζουν την πηγή του φωτός, ενώ τις άγριες επιφά­νειες τις άφησα να οξειδωθούν έντονα. Στο μάρμαρο επιμελήθηκα την τρυφερή ανθρώπινη σάρκα επίμονα, ενώ τις άγριες επιφάνειες τις άφησα σκόπιμα αδούλευ­τες, έτσι που να θυμίζουν την τεχνική του non finito. Χωρίς να το καταλάβω τα «δυο λό­για» που ξεκίνησα να πω, έγιναν πολλά. Ένας καλλιτέχνης, ό,τι και αν αξίζει, προσπαθεί πάντα να πιάσει ένα όνειρο. Αλήθεια, πώς ερμηνεύεται ο μηχανισμός του ονείρου;

Αρμακόλας