Ο Στάθης Κουκόπουλος γεννήθηκε στη Χαιρώνεια το 1968.
Έκανε ελεύθερες σπουδές και μελέτησε τους μεγάλους δασκάλους κλασσικούς και σύγχρονους.
Έργα του υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Για την δουλειά του:

ΟΤΑΝ Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ

Διττά δημιουργός είναι ο Στάθης Κουκόπουλος αφού μες από τη ζωγραφική του, μας υποβάλλει μιαν ανείπωτη αλλά εκφρασμένη – όσο γίνεται πιο υποβλητικά – ποίηση. Πρόκειται, ειδικότερα, για μια διάχυτη σε κάθε έργο ποιητική ατμόσφαιρα και διάθεση ή, καλύτερα ακόμη, για μιαν ακραιφνή ποιητική προσέγγιση. Προσέγγιση συνυφασμένη με αυτό καθαυτό το DNA του δημιουργού που κατορθώνει με μια πρωτόφαντη άνεση να αναγάγει σε ποίηση ακόμη και το πιο <ευτελές> και <πεζό> αντικείμενο.

Σταθερός στο όραμά του, ο Κουκόπουλος όπως τεκμηριώνεται μες από την όλη μέχρι τώρα εικαστική πορεία του, κατορθώνει να ανανεώνει πάντα, εκ των ένδον, τα ερεθίσματά του γιατί, ακριβώς, διαθέτει έναν πλούσιο όσο και ανεξάντλητο σε δυναμικό εσωτερικό κόσμο. Προικισμένος με ένα ιδιαίτερα ευρύ σε συγκινήσεις, αναμνήσεις και αναδρομές έρμα, ο καλλιτέχνης επιχειρεί και πετυχαίνει να δημιουργεί και να αποκρυπτογραφεί καταστάσεις, εντυπώσεις, αντιδράσεις όσο και πρωτότυπους συνειρμούς, σε ένα πάντοτε ευρηματικό μεταίχμιο ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο, στην πεζή καθημερινότητα και στην εξιδανίκευσή της, στα όρια του υλικά εφικτού.

Με έναυσμα την ανθρώπινη μορφή ή έστω, ένα όποιο αντικείμενο σε μιαν εμπνευσμένη συνύπαρξη με τον περιβάλλοντα χώρο-τοπίο, ο καλλιτέχνης υποβάλλει μες από μιαν απόλυτα φυσική παρουσία, μια – στα όρια του ιδεατού – μεταφυσική κατάσταση. Κατάσταση στην οποία συνδράμουν ευρηματικά, η προοπτική, η εκάστοτε κλίμακα, με την οποία απεικονίζονται οι όποιες μορφές και τα αντικείμενα καθώς, και η ιδιωματική από τον καλλιτέχνη αξιοποίηση του χρώματος φωτός. Προσέγγιση που αποκαθιστά το ισοδύναμο της παρουσίας σε ότι αφορά την ταυτότητα των εικονιζόμενων που συμπράττουν και συνυπάρχουν επί ίσοις όροις, τόσο στη φαντασία όσο και στην εικαστική της έκφανση στα ζωγραφικά έργα του καλλιτέχνη.

Αυτή, ακριβώς, η ιδιαιτερότητα στην έκφραση των ερεθισμάτων του Κουκόπουλου είναι εκείνη που ενεργοποιεί στην αντίληψη του θεατή την ενορχήστρωση ενός ιδιαίτερου, ονειρικού κόσμου ανάμεσα στον υπαρκτό χώρο και την ιδεατή, κοσμογονική σε υφή, προέκτασή του. Προσέγγιση που μες από τις εκπλήξεις που προκαλεί, κρατά στις επάλξεις το ενδιαφέρον ακόμη και του λιγότερου ευαισθητοποιημένου στην τέχνη θεατή, παραδειγματίζοντάς τον να ανατρέξει σε δικές του μνήμες και καταστάσεις.

Το θαλασσινό όπως και το απροσδιόριστο αλλά, πάντοτε, ατμοσφαιρικό τοπίο αξιοποιείται ιδιαίτερα χάρη στο δυναμικό και συνάμα χαρισματικό ταλέντο του ζωγράφου που, με έναυσμα την απεικόνιση, αναμεταδίδει, σε μιαν απόλυτη προτεραιότητα, το ψυχικό μέρος. Τα συμπαγή, σε μια πρώτη ματιά, βράχια όπως και οι ευρηματικές αντανακλάσεις στο υδάτινο στοιχείο – στοιχειό, αλληλοσυμπληρώνονται σε δύναμη υποβολής ώστε να δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον για την αποκρυπτογράφηση των ερεθισμάτων του ζωγράφου, σε ότι αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στο έμψυχο των μορφών και στο φαινομενικά μόνον άψυχο των αντικειμένων. Ακόμη, πέρα από μιαν όποια ιστορία, ή κατάσταση, ο Κουκόπουλος κατορθώνει να μας υποβάλλει το συναίσθημα της μοναξιάς και της ερημίας με έναν ιδιαίτερα υποβλητικό τρόπο. Και αυτό, γιατί άνθρωποι και αντικείμενα μοιάζουν να περιμένουν κάτι εδώ ή, έστω, υπάρχουν και προβάλλουν ανάμεσα σε δύο διαφορετικές καταστάσεις. Αυτό, ακριβώς, το άδηλο κατορθώνει να μας το αναμεταδώσει όσο γίνεται πιο καίρια και υποβλητικά ο καλλιτέχνης, τροφοδοτώντας όχι μόνο το οπτικό μας πεδίο μες από μιαν αρμονία χρωμάτων αλλά και τον επαπειλούμενο – στις μέρες μας – με χειμερία νάρκη ψυχισμό μας.

Το συγχρόνως αναγνωρίσιμο και ονειρικό περιβάλλον που μας προτείνει, ο καλλιτέχνης απαλύνοντας δημιουργικά κάθε αρνητικό αντιπερισπασμό προερχόμενο από τη σημερινή, τερατώδη, πραγματικότητα αποτελεί μια θετική πρόκληση για τη φαντασία μας, να ενεργοποιήσει τις προσωπικές της διαδρομές. Καθώς, οι όποιες μορφές και τα όποια αντικείμενα προβάλλουν σε μια πανδαισία ουράνιων και γήινων αποχρώσεων που ενισχύουν την ατμοσφαιρικότητα των έργων, προκαλούν εκείνη τη δημιουργική αντίστιξη που ενισχύει τη <δυναμική> της σύνθεσης. Θωρώντας τα έργα του Κουκόπουλου, ανακαλύπτουμε, ολοένα, κάτι καινούργιο και πρωτόφαντο που, σε συνάρτηση με την όλη εικόνα, είναι επιδεκτό πολλών ερμηνειών. Γνώρισμα που ενισχύει το <πολυσήμαντο> του κάθε έργου.

Ονειρικά τοπία και πεδία πρόσφορα για την ανάπλαση της ψυχής, μας συνοδεύουν για καιρό αφού πάψουμε να τα έχουμε μπροστά μας, ενώ η πολλαπλά τεκμηριωμένη διαχρονικότητά τους, δικαιώνει απόλυτα τον ζωγράφο. Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα έργα, σε όλες τις φάσεις του καλλιτέχνη: το φως και ο τρόπος που το χειρίζεται, προικίζει με μια μεταφυσική υπόσταση την κάθε σύνθεση που προβάλλει μικρόκοσμος κατ’ εικόνα και ομοίωση του μακροκόσμου.

Το άλλοτε διαφανές και άλλοτε πιο παχύρρευστο φως καθώς τονίζει ορισμένα σημεία ενώ απαλύνει άλλα, ενορχηστρώνει σε μιαν απόλυτη αρμονία τα εικονογραφικά στοιχεία του πίνακα ενισχύοντας συγχρόνως την υποβολή που ασκεί. Οπωσδήποτε, ο Κουκόπουλος κατορθώνει να μας πείσει μες από την ποίηση και την <ακτινοβολία> των έργων του, ότι: πνεύμα και ύλη δεν αποτελούν παρά τις δύο διαφορετικές εκφάνσεις μιας και της αυτής υπέρτατης αλήθειας. Και, ειδικότερα: εκείνης της αλήθειας που ταυτίζεται με την υπέρτατη ενέργεια.

Κωφεύοντας στις σειρήνες των διαφόρων απατηλών συρμών, ο καλλιτέχνης συνεχίζει να χαράζει την απολύτως προσωπική πορεία του αποκρυπτογραφώντας σε κάθε έργο το αυθεντικό του πάθος για την τέχνη του.

Ντόρα Ηλιοπούλου-Ρογκάν
Δρ. Ιστορικός της Τέχνης – τεχνοκριτικός
Οκτώβριος 2011