Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1977 από Κύπριους γονείς. Η δυναμική του έφεση για την τέχνη εκδηλώθηκε από την νεανική του ηλικία μέσα από την τέχνη του δρόμου, το graffiti. Σπούδασε γραφιστική. Ο Διονύσης Ματαράγκας δραστηριοποιείται στην γλυπτική υιοθετώντας μία ξεχωριστή τεχνοτροπία. Χρησιμοποιεί υλικά όπως ξύλα, μέταλλα, χρώματα. Έχει παρουσιάσει το έργο του σε ομαδικές αλλά και σε ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Σχόλια:

Στου ταξιδιού τη ρότα

Ο Διονύσης Ματαράγκας είναι ένας νέος και ταλαντούχος καλλιτέχνης που αξιοποιεί στα έργα του μνήμες, εντυπώσεις και παρατηρήσεις. Γνωρίζει σε βάθος τα υλικά που επιλέγει και με δεξιότητα επεξεργάζεται (ξύλα, μέταλλα, χρώματα), μεταμορφώνοντας τα σε γλυπτοζωγραφικές κατασκευές, συνθετικά άρτιες και υποβλυτικές.
Εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο τον συγκεκριμένο εικαστικό δημιουργό, είναι να μεταδώσει μέσα από τα έργα του, τον διάλογο της οπτικής με την απτική αίσθηση, μέσα από αναγλυφοποιημένες και χρωματικές επιφάνειες, που μετατρέπουν το αθέατο σε μια ορατή κατάσταση. Πρόκειται κυρίως για την ατμοσφαιρική συνθήκη που επικρατεί στα λιμάνια και σε μεταγωγικούς σταθμούς, εκεί που όλα αλλάζουν και μεταμορφώνονται για το σύντομο ή το πιο μακρινό τους ταξίδι.
Ο θεατής έρχεται σε επαφή με σκαριά γιγαντικών πλοίων που ελλιμενίζονται και με άλλα που αναχωρούν ή επισκευάζονται στις πέτρινες δεξαμενές από τα «τραύματα» που τους έχει επιφέρει ο χρόνος, η φθορά, η αλμύρα της θάλασσας και οι άγνωστες συνθήκες που έχουν χαράξει τα σημάδια τους πάνω στα «σώματα» αυτά της περιπέτειας.
Τα θέματα του Διονύση Ματαράγκα αφορούν στα ποντοπόρα πλοία καθώς και την ζωή στους σταθμούς των τρένων ή στους φάρους καταμεσής στο πέλαγος, εκεί που η ανθρώπινη παρουσία δοκιμάζει τις αντοχές της και αναμετριέται με την μοναξιά της, εκεί που ο ατομικός άθλος γίνεται κοινή προσπάθεια και εκεί που η μονάδα γίνεται ομαδική συνθήκη μέσα από τον καθημερινό μόχθο και την σκουριά, μέσα από το αναπάντεχο φως και την ακατάβλητη ελπίδα.
Η γλώσσα του Διονύση Ματαράγκα είναι συμβολική και αλληγορική μέσα από τις παραστατικές όψεις των θεμάτων του και την αφαιρετική τους διάσταση. Τα χρώματα του γήινα και σε συνδυασμό με εντονότερες αντιθέσεις ανάμεσα στους κόκκινους, στους γαλάζιους, στους φαιούς και στους πρασινωπούς τόνους, μεταφέρουν στον θεατή την ατμόσφαιρα της υγρασίας και των αντανακλάσεων. Τα σκαριά των πλοίων ή τα βαγόνια των σταθμών του, με τις συνεχείς μεταγωγές των φορτίων τους παραπέμπουν σε ανθρώπινες ζωές και δραστηριότητες, καθώς μεταποιούνται συνεχώς οι προθέσεις και οι ενέργειες σε πράξεις ή το αντίστροφο. Πουθενά δεν εμφανίζεται η ανθρώπινη παρουσία, αλλά παντού τα κατάλοιπα του περάσματος της είναι ορατά (σε σκάλες, επιφάνειες, φουγάρα και σχοινιά), την ώρα που αναμετριέται το μικρό με το μέγιστο, το στιγμιαίο με την διάρκεια, το προσδοκώμενο με το παράδοξο, το συμπτωματικό με το αίνιγμα και με τα διερωτήματα της ζωής.
Οι «γιγαντικές» φόρμες της κάθε σύνθεσης έρχονται σε αντιπαραθέσεις με μικροκλίμακες μετατροπών και «φυγές» προς το αθέατο, μέσα από ένα διαλεκτικό παιχνίδι, θαρρεί κανείς, της «προϊστορίας» με την «μετα-ιστορία», χωρίς ο Διονύσης Ματαράγκας να εξαιρεί την ίδια την αληθοφάνεια μια καθημερινότητας, η οποία προσγειώνει και ταυτοχρόνως αποκαθηλώνει όσα πρόδηλα αποκαλύπτει με την σκουριά και με το όνειρο, με την πιστότητα και με τις υπερβάσεις της.

Αθηνά Σχινά
Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης