Γεννήθηκε το 1964 στην Αθήνα.
Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι στην Ecole nationale superieure des beaux-arts με δάσκαλο τον Leonardo Cremonini, κατά την περίοδο 1984-88.
Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην ίδια σχολή με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνη­σης, κατά την περίοδο 1988-89 (λιθογραφία με δάσκαλο τον Αbraham Hadad). Έργα της βρίσκονται στην Εθνική Πινακο­θήκη της Αθήνας, στη Βουλή των Ελλήνων και σε ιδιω­τικά μουσεία και συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Σχόλια:
Θητεία στον «ίλιγγο του ορατού»
«Homme libre, toujours tu cheriras la mer!
La mer est ton miroir, tu le contemples ton ame
Dans le deroulement infini de sa lame».
Baudelaire
«Σ’ αυτόν τον πίνακα θέλω να μην μπορεί να φανταστεί κανείς τον ήχο της βροχής στο φως του ουρανού…»
John Berger, Ένας ζωγράφος του καιρού μας

Η Μαρία Φιλοπούλου, μια όμορφη αιθέρια κοπέλα, επιβεβαιώνει με τη ζωγραφική της αυτό που πίστευα πάντοτε για την τέχνη: δεν υπάρχει ανδρική και γυναικεία έκφραση. υπάρχει μόνο καλή και κακή τέχνη. Και η Μαρία Φιλοπούλου είναι μια καλή ζωγράφος. Αν μάλιστα δεν γνωρίζαμε το φύλο της δημιουργού και μας καλούσαν να το μαντέψουμε από το ύφος της ζωγραφικής της θα το χαρακτηρίζαμε απροκάλυπτα αρρενωπό, αδρό.
Η Μαρία Φιλοπούλου είχε την τύχη να θητεύσει στη διάρκεια των σπουδών της στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, πλάι σ’ έναν από τους τελευταίους οπαδούς της ζωγραφικής του βλέμματος. Ο ζωγράφος Λεο­νάρ­ντο Κρεμονίνι έδινε πολύ περισσότερο βάρος στην καλλιέργεια της δυναμικής, της ενέργειας, της ευαισθησίας του βλέμματος παρά στην ίδια τη ζωγραφική πράξη. Οι μαθητές του ασκούνταν να εξερευνούν αυτό που ο δάσκαλος αποκαλούσε ο «ίλιγγος του ορατού». Διδάσκονταν να αναζητούν την «αποκάλυψη» ακόμη και μέσα στο ασήμαντο.
Η μοντέρνα τέχνη οδήγησε τη ζωγραφική στην αυτονομία, στην αυταξία, καταργώντας την ιεραρχία των ειδών και των θεμάτων, δημιουργώντας έτσι μια δημοκρατική ισοτιμία των μοτίβων, των ερεθισμάτων. Η ζωγραφική δεν κρίνεται πλέον από το τι απεικονίζει, αλλά από το πώς μετατρέπει το πραγματικό σε ζωγραφικό και αισθητικό γεγονός. Η μεταστοιχείωση αυτή απαιτεί και προϋποθέτει την τεχνική γνώση, τη μαστοριά, την ποιητική.
Ο Κρεμονίνι δίδασκε στους μαθητές του ότι η ζωγραφική δεν είναι περιγραφική διαδικασία. Ο ζωγράφος οφείλει να επινοήσει τη δική του ποιητική για να μεταδώσει την αίσθηση, τη συγκίνηση που του προκάλεσε ο «ίλιγγος του ορατού». Η Μαρία Φιλοπούλου έχει κατακτήσει μια προσωπική χειρονομιακή «γραφή», που συνδυάζει παραδοσιακούς τρόπους και νεωτερικά στοιχεία. Το modus operandi, η δημιουργική διαδικασία, είναι ορατή, αλλά η εικόνα αναδύεται αβίαστα μέσα από την κίνηση του πινέλου, άλλοτε αργή, άλλοτε βίαιη, μέσα από καταλιβάδες, σταξίματα ή εκτινάξεις του χρώματος, από πυκνώσεις και αραιώσεις της ζωγραφικής ύλης, από λαζούρες ή σβησίματα. Μια τεχνική δυναμική και σίγουρη που προϋποθέτει μακρά άσκηση. Μια τεχνική που συνωριμάζει με το έργο της. Από τα πρώτα εσωτερικά με τις ελικοειδείς σκάλες ως τα θερμοκήπια που θυμίζουν με τη βλαστική και χυμώδη ζωτικότητά τους τα τροπικά δάση του Ντουανιέ Ρουσσώ και τους σαρκοβόρους κήπους του Μαξ Ερνστ.
Με τα τροπικά θερμοκήπια η ζωγράφος ανακαλύπτει το οικείο μέγεθος που αρμόζει στη χειρονομία της: είναι η μεγάλη διάσταση, η απλωσιά, το all over, που ξεκινά με τις Νυμφαίες του Μονέ για να αποθεωθεί από τους εκπροσώπους του αμερικανικού εξπρεσιονισμού μετά το ’50. Η μνημειακή διάσταση οδηγεί τη Μαρία Φιλοπούλου στην «ανακάλυψη» που είχε κάνει ήδη ο Μονέ: ότι η εικόνα δεν περιορίζεται από το πλαίσιο, από το κάδρο. Η ενέργειά της ξεχειλίζει και πέρα από αυτό το όριο, ακτινοβολεί στο χώρο.
Η υπέρβαση του πλαισίου, η διάχυση της ζωγραφικής — εικονιστικής ή ανεικονικής– στον περιβάλλοντα χώρο ήταν η φυσική συνέπεια των δύο ανατροπών που είχε ήδη πραγματοποιήσει η μοντέρνα τέχνη: η πρώτη ήταν η εγκατάλειψη της προοπτικής που παρέπεμπε στη σκηνή του αναγεννησιακού θεάτρου και η δεύτερη, φυσική συνέπεια της πρώτης, ήταν η ταύτιση της ζωγραφικής με τη φέρουσα επιφάνεια. Ας θυμηθούμε τον ορισμό του Μωρίς Ντενί που διατυπώνεται στην αρχή του 20ού αιώνα: «Η ζωγραφική, πριν να παριστάνει οτιδήποτε, δεν είναι τίποτε άλλο από μια επιφάνεια καλυμμένη με χρώματα…».
Τα θερμοκήπια, οι θάλασσες, οι λουόμενοι της Μαρίας Φιλοπούλου δεν υπακούουν σε μια παραδοσιακή συνθετική αρχή. Είναι ένα κομμάτι του ορατού, μια τομή στη ροή του χρόνου. Εδώ προσεγγίζουμε μιαν άλλη διάσταση της ζωγραφικής της νέας ζωγράφου. Ο χρόνος, η ηρακλείτεια ροή του, είναι σημαντικό στοιχείο τόσο της ποιητικής όσο και της εικονοποιίας της. Η χειρονομιακή γραφή υπηρετεί αυτή τη διάσταση.
Οι εικόνες της Μαρίας Φιλοπούλου, χωρίς να είναι ιμπρεσιονιστικές, μοιράζονται μαζί τους αυτή την αίσθηση αρπαγής του εσαεί μεταβλητού θεάματος του κόσμου. Οι θάλασσές της, αν δεν είναι ταραγμένες, φρικιούν στα χάδια του ζέφυρου και οι λουόμενοι, μισοί πάνω μισοί κάτω από την επιφάνεια του νερού, κινούνται με κινηματογραφικούς ρυθμούς. Ο ρυθμός, μια άλλη λανθάνουσα δύναμη στη δημιουργία της νέας ζωγράφου, πειθαρχεί το δυναμισμό της χειρονομίας και αναχαιτίζει την τάση της εικόνας να ξεχυθεί στο χώρο, εισάγοντας στη σύνθεση τη μελωδία της τζαζ.
Το χρώμα, από την άπειρη ποικιλία της χλωροφύλλης των θερμοκηπίων ώς τα ιριδίζοντα γαλάζια της θάλασσας σε όλους τους τόνους του μπλε, βρίσκει την εορταστική εκπύρωσή του στους λουόμενους και στις θερινές παραλίες. Η ζωγράφος αγαπά και ξέρει να εμψυχώνει τόσο τις ομόηχες αρμονίες όσο και τα δυνατά κοντράστα.
Δυναμική, εργατική, αφοσιωμένη, η Μαρία Φιλοπούλου ανανεώνει την εμπιστοσύνη στη δημιουργική ικανότητα των γυναικών και πλουτίζει τη ζωγραφική του βλέμματος και του καμβά με μια νέα σύγχρονη και εντε­λώς προσωπική έκφραση.

Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα
Ομότιμη Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης

“Ονομάζουμε υπέροχο αυτό που είναι πραγματικά μεγάλο”
Κάντ
“Αν ακούμε τον αφρώδη, γρήγορο, παφλασμό των νερών του καταρράκτη, αν πέφτουν επάνω μας σταγόνες νερού, όπως ξεχύνεται δριμύ στην πορεία του, αν το φως διαπερνά τα φυλλώματα των δένδρων εκπέμποντας στα μάτια μας τις άπειρες αντανακλάσεις του, αν νιώθουμε στην αφή της παλάμης μας την τραχιά επιφάνεια των βράχων και την έντονη αίσθηση της δροσιάς του νερού στο γυμνό δέρμα μας, τότε η Μαρία Φιλοπούλου, πέτυχε την απόλυτη ψευδαίσθηση, μας έκανε συμμετέχοντες-παρόντες στο όραμά της. Ζούμε (σ)τα έργα της. [Βρισκόμαστε με όλες τις αισθήσεις μας μέσα τους, απολαμβάνουμε την στιγμή στα πράσινα σμαραγδένια νερά! {Είμαστε στον Παράδεισο με μια Εικόνα…”} ]

Πιο Πραγματικό… από το πραγματικό!
Στους πίνακες της η Μαρία Φιλοπούλου αποδίδει το στιγμιαίο με μια σαφή, συγκεκριμένη εκδοχή. Όλα παρουσιάζονται ρυθμικά, σε κίνηση. Τίποτα στάσιμο, μόνο ορισμένες νωχελικές φιγούρες που απολαμβάνουν την αμέριμνη θέαση τους στον ήλιο. Η ζωγράφος δεν απεικονίζει απλώς μια σκηνή, της δίνει μια προέκταση στο χρόνο. Την τοποθετεί στο διηνεκές, την βγάζει έξω από τα περιθώρια ενός πίνακα. Οι εντυπώσεις της στιγμής γνωρίζουμε πως έχουν συνέχεια, λειτουργούν σαν εφαλτήριο για ό,τι επακολουθήσει μετά….Αυτό δεν λειτουργεί μόνο σαν αποκάλυψη…μιας έκρηξης πραγματικότητας…
Επιπρόσθετα, γήινα, ρεαλιστικά, λειτουργεί αρχικά σαν ικανοποίηση, ευχαρίστηση, επιθυμία να κοιτούμε αυτά τα έργα, γιατί είναι μετάδοση εικόνων από έναν Παράδεισο στον οποίο θα θέλαμε και οι ίδιοι να παραβρισκόμαστε. Προσεγγίζοντας πιο ουσιαστικά το έργο της Μαρίας Φιλοπούλου ανακαλύπτουμε μια μείξη σύνθετων στοιχείων. Με εξαιρετική δεξιοτεχνία μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια εικόνες της φύσης εμπλουτίζοντας τα ρεαλιστικά τοπία με συμβολικές προεκτάσεις. Η νέα θεματική της σειρά: τα ορμητικά-ζωογόνα νερά καταρρακτών, προσδιορίζουν την πηγή της ζωής, τη συνεχή ροή, τη ρευστότητα, τη διείσδυση, το πάθος. Οι εικόνες της πέρα από την έξαρση του πραγματικού, την αποθέωση του ωραίου, παραπέμπουν στην πνευματική και ερωτική υπόσταση των πραγμάτων. Η ζωγράφος προσδίδει στο φυσικό κόσμο πλήθος δυναμικών και παθητικών στοιχείων, αρσενικών και θηλυκών ιδιοτήτων. Η δονούμενη ενέργεια της εικόνας μεταδίδει ερωτικούς συνειρμούς και μεταφυσικές αναφορές για την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η Μαρία Φιλοπούλου εξεικονίζει υπέροχα τον αισθησιασμό στα σώματα, τα οποία αντανακλούν ένα φως εσωτερικής πληρότητας και ερωτισμού. Τα σώματα απορροφημένα σε ιδιωτικές απολαύσεις, όπως η χαρούμενη επαφή με το νερό, μετέχουν με κυρίαρχο ρόλο στις σκηνοθετικές προθέσεις της καλλιτέχνιδας, η οποία διευθετεί με δομή τον χώρο και τον χρόνο των έργων της. Η κινηματογραφική τεχνική της με την ευρυγώνια απεικόνιση του χώρου εκβάλει προς τα έξω τα μοτίβα, ενώ η εστίαση του θέματος σε κάθε πίνακα από διαφορετική οπτική γωνία πετυχαίνει μια αφήγηση. Με τα close up και τα ? στους μικρότερους σε διαστάσεις πίνακες, μεγεθύνει αποσπασματικά σώματα και σημεία, στα οποία μας επισημαίνει την προσοχή. Πρωταγωνιστούν τα γυναικεία σώματα, αποδιδόμενα εξαίσια σε ζωντάνια και πιστότητα, με στάσεις ανέμελες, αντανακλώντας αισθήσεις ελευθερίας και εγγύτητας, μαγνητίζοντας αφοπλιστικά το θεατή. Οι παραστατικές αφηγήσεις της εκλύουν φως. Η ατμοσφαιρική φωτεινότητα εκπέμπεται από διαφορετικές πηγές προβάλλοντας εκλεπτυσμένα τις επιφάνειες, επιτυγχάνοντας με τις τονικές διαβαθμίσεις μια αυθεντική σαφήνεια του περιεχομένου. Η αισθητική αρμονία των έργων υποστηρίζεται από τη διάταξη, τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα στοιχεία, την ενδιαφέρουσα προοπτική που καθορίζει μυσταγωγικά το περιβάλλον, με τα ανάγλυφα βράχια να περιβάλλουν εσωτερικά τη σύνθεση, ζωγραφισμένα με άλλον τρόπο, αποτέλεσμα της πολύμορφης τεχνοτροπίας της ζωγράφου. Χάρη σε αυτήν την προσωπική, ιδιαίτερη τεχνική, η πολλαπλότητα των κηλίδων-σταξιμάτων συνυπάρχει άψογα με τις ιμπρεσιονιστικές πινελιές, κατορθώνοντας η ζωγράφος να δώσει στη μεταβολή της εικόνας ένα εκφραστικό φινίρισμα, με το χρώμα κατανεμημένο πλούσια, δίνοντας στην εντύπωση, την αλήθεια ενός φαινομένου.
Με έμφαση στη συγκρότηση ενός μορφοπλαστικού περιβάλλοντος, όπου τα πράγματα φαίνονται όπως είναι, παρατηρούμε Μορφές, οι οποίες αποκαλύπτονται διακριτικά, πίσω από τη ρεαλιστική αναπαράσταση. Θεοί της φύσης ή της έμπνευσης, παρουσιασμένες συνειδητά ή ασυνείδητα, πρόσωπα της φαντασίας του παρατηρητή, μυστικές υπάρξεις ενός ζωγραφικού σύμπαντος(;) προσιδιάζουν σε μεγάλους καλλιτέχνες του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα. Η καλλιτέχνης συνάπτει εκλεκτικές συγγένειες μαζί τους, συνεχίζοντας την παράδοση της σύνθετης εκφραστικότητας, προσθέτοντας και εκείνη μια νέα σελίδα στην Ιστορία της τέχνης.
Η καλλιτεχνική δημιουργία της Μαρίας Φιλοπούλου δεν κατανοείται απλώς στα πλαίσια μιας εξελικτικής πορείας. Η παρουσία της άλλωστε ήταν σχεδόν ολοκληρωμένη εξαρχής. Είναι η ζωγράφος που πετυχαίνει ένα αριστουργηματικό οπτικό αποτέλεσμα ορίζοντας σύνθετα το Ωραίο. Το βλέμμα θαυμάζει το Ωραίο, το οποίο σύμφωνα με τον Πλάτωνα είναι ωφέλιμη ηδονή, ενώ το Υπέροχο του έργου της μας συγκινεί με τις αισθητικές Ιδέες.

Μάρθα Αρταπυρίδου
Ανεξάρτητη επιμελήτρια, Ιστορικός Ευρωπαϊκού Πολιτισμού